Η στρατηγική της Τεχεράνης είναι να διατηρήσει περιορισμένη ή κλειστή τη διέλευση από το Ηormuz, ποντάροντας στο ότι η άνοδος των ενεργειακών τιμών θα αυξήσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος για την Ουάσιγκτον
Ο Λευκός Οίκος εμφανίζεται τις τελευταίες εβδομάδες ολοένα και πιο απαισιόδοξος ως προς το ενδεχόμενο επίτευξης μιας οριστικής συμφωνίας με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, συνεργάτες του Donald Trump τού έχουν παρουσιάσει στοιχεία για τις σοβαρές επιπτώσεις που έχουν ήδη προκαλέσει οι κυρώσεις στην ιρανική οικονομία, πείθοντάς τον να εντείνει την οικονομική πίεση αντί να επιστρέψει σε μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση.
Όπως μεταδίδει η ιρανική ιστοσελίδα Entekhab, υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης Trump έχουν ενισχύσει τη θέση για οικονομική πίεση προς το Ιράν, καθιστώντας παράλληλα τη μείωση των τιμών της ενέργειας έναν από τους βασικούς στόχους της αμερικανικής στρατηγικής.
Το νέο κύμα κυρώσεων
Η Ουάσιγκτον προαναγγέλλει νέες και εξαιρετικά αυστηρές χρηματοοικονομικές κυρώσεις, εκτιμώντας ότι αυτές, σε συνδυασμό με τον ναυτικό αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών, μπορούν να αναγκάσουν την Τεχεράνη να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Hormuz.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, η ιρανική πλευρά δείχνει ότι δεν προτίθεται να υποχωρήσει εύκολα.
Αξιωματούχοι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ανακοίνωσαν ότι δύο πλοία των Εμιράτων δέχθηκαν επίθεση στα Στενά του Hormuz το βράδυ της Πέμπτης (13/8).
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι επιθέσεις αποτελούν μήνυμα πως η Τεχεράνη δεν κάμπτεται από την προοπτική νέων οικονομικών κυρώσεων και είναι έτοιμη να αναλάβει στρατιωτική πρωτοβουλία, ακόμη και αν ο Donald Trump εμφανίζεται απρόθυμος να επιστρέψει σε πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος βασίζεται ολοένα περισσότερο στον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών από το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό ως εργαλείο οικονομικής πίεσης, η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει.
Η στρατηγική της Τεχεράνης είναι να διατηρήσει περιορισμένη ή κλειστή τη διέλευση από το Ηormuz, ποντάροντας στο ότι η άνοδος των ενεργειακών τιμών θα αυξήσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος για την Ουάσιγκτον.
Πρώτες θα υποχωρήσουν οι ΗΠΑ
Ο Ali Vaez, αναπληρωτής διευθυντής του προγράμματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής του International Crisis Group, σημειώνει ότι η Τεχεράνη θεωρεί πως έχει αντλήσει ένα βασικό συμπέρασμα από τις επανειλημμένες αναμετρήσεις της με την Ουάσιγκτον: εφόσον αντέξει αρκετά στην πίεση, πιστεύει ότι τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι εκείνες που θα αλλάξουν πρώτες πορεία.
Όπως επισημαίνει, για ένα πολιτικό σύστημα που θεωρεί ότι αγωνίζεται για την ίδια του την επιβίωση, οι υπαρξιακές απειλές συχνά ενισχύουν την αποφασιστικότητά του αντί να περιορίζουν την αντίσταση.

Νέες κυρώσεις και «διπλό χτύπημα»
Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι πρόκειται να επιβάλει νέους περιορισμούς στην ιρανική οικονομία τις επόμενες ημέρες.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, χαρακτήρισε τον συνδυασμό των νέων οικονομικών μέτρων και του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών ως ένα «διπλό χτύπημα» που θα μπορούσε να ασκήσει πρωτοφανή πίεση στην Τεχεράνη.
Η οικονομική αντιπαράθεση απομακρύνει πλέον ακόμη περισσότερο τις δύο πλευρές από τη διπλωματική πορεία που φάνηκε να διαμορφώνεται τον Ιούνιο.
Εκείνο το πλαίσιο προέβλεπε οικονομικά κίνητρα προς την Τεχεράνη, υπό την προϋπόθεση ότι το Ιράν θα άνοιγε ξανά τα Στενά του Hormuz και θα ξεκινούσε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Πρώτος στόχος: χαμηλότερες τιμές ενέργειας
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, J.D. Vance, περιέγραψε την Πέμπτη (13/8) τις προτεραιότητες της κυβέρνησης Trump, δηλώνοντας στο Fox News ότι η διατήρηση χαμηλών τιμών ενέργειας αποτελεί «στόχο υπ' αριθμόν ένα».
Ως δεύτερο στόχο ανέφερε τη διασφάλιση ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση μπορεί να επιτύχει και τα δύο.
Η κυβέρνηση έχει λάβει σειρά μέτρων για τη σταθεροποίηση των αγορών, ενώ παράλληλα παραμένει κορυφαία προτεραιότητα η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν.

Ξεχνά τον στόχο για τα πυρηνικά
Ο Donald Trump είχε αρχικά παρουσιάσει ως βασικό στόχο της σύγκρουσης την υποχρέωση της Τεχεράνης να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα απέκλειε οριστικά την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Καθώς όμως η σύγκρουση παρατείνεται και το Ιράν αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου των παγκόσμιων ενεργειακών ροών μέσω του Ορμούζ, οι προτεραιότητες του Λευκού Οίκου φαίνεται να μεταβάλλονται.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η κυβέρνηση έχει γίνει αισθητά πιο απαισιόδοξη ως προς την πιθανότητα επίτευξης μιας τελικής πυρηνικής συμφωνίας.
Έτσι, ο Donald Trump φαίνεται να επικεντρώνεται πλέον στη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» προς την ήδη δοκιμαζόμενη ιρανική οικονομία, με στόχο να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στον Αμερικανό πρόεδρο να παρουσιάσει την αποκλιμάκωση ως πολιτική νίκη και να επιχειρήσει να κλείσει το συγκεκριμένο μέτωπο.
Για την Τεχεράνη, αντίθετα, ο έλεγχος του Ηοrmuz αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά της χαρτιά, καθώς της επιτρέπει να απαιτεί ανταλλάγματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να κάνει άμεσες παραχωρήσεις στο κεντρικό ζήτημα του πυρηνικού της προγράμματος.
Η Τεχεράνη θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της
Ιρανοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους και έχουν αυξήσει τις απαιτήσεις τους ως αντάλλαγμα για την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ηοrmuz .
Η Τεχεράνη ζητεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες:
• να τερματίσουν τον πόλεμο,
• να άρουν τον αποκλεισμό,
• να προχωρήσουν σε ενέργειες που θα μειώσουν την πίεση των κυρώσεων,
• και να αποδεσμεύσουν παγωμένα ιρανικά κεφάλαια.
Το βασικό ερώτημα είναι πλέον ποια από τις δύο πλευρές θα λυγίσει πρώτη υπό το βάρος της οικονομικής πίεσης.
Παράλληλα, κλιμακώνεται και ο πόλεμος δηλώσεων.
Σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη, ο Donald Trump δήλωσε ότι, μόλις ολοκληρωθεί η «ήττα του Ιράν», θα μπορούσε να ανακηρύξει τα Στενά του Ορμούζ «έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου διευκρίνισε αργότερα ότι επρόκειτο για αστεϊσμό.
Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση.
Ο Ιρανός υφυπουργός Εξωτερικών Kazem Gharibabadi έγραψε στο X ότι τα Στενά του Hormuz «ήταν, είναι και θα παραμείνουν ιρανικά», υποστηρίζοντας ότι το άνοιγμα ή το κλείσιμό τους θα γίνεται υπό ιρανικό έλεγχο.
Οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι μπορούν να συνεχίσουν τον αποκλεισμό επ' αόριστον
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Pete Hegseth δήλωσε την Πέμπτη (13/8) ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τον αποκλεισμό του Ιράν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, το Πεντάγωνο προετοιμάζει την αντικατάσταση του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln στην περιοχή από το USS George Washington, καθώς αυξάνονται οι ανησυχίες για την καταπόνηση του πληρώματος και τις συνέπειες της παρατεταμένης ανάπτυξης δυνάμεων.
Το Ιράν έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα στρατιωτική ισχύ προκειμένου να εμποδίσει εμπορικά πλοία να διέλθουν από τα Στενά του Ηοrmuz .
Σύμφωνα με αναλυτές, αυτή ακριβώς η δυνατότητα στρατιωτικής κλιμάκωσης δυσχεραίνει την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να αποσπάσει παραχωρήσεις αποκλειστικά μέσω οικονομικής πίεσης.
Με τις τελευταίες επιθέσεις εναντίον πλοίων που συνδέονται με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία ADNOC των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ο αριθμός των πλοίων που έχουν στοχοποιηθεί μέσα στον Αύγουστο φέρεται να έχει φθάσει τα έξι.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο, επιχειρούν να συνεχίσουν με ιδιαίτερη προσοχή τη μεταφορά φορτίων μέσω του Ho rmuz, παρά την αυξημένη ιρανική πίεση και τον έλεγχο που ασκεί η Τεχεράνη στη θαλάσσια οδό.
Σχεδόν έχει παγώσει η κίνηση στο Ηοrmuz
Η θαλάσσια οδός παραμένει σε μεγάλο βαθμό κλειστή, καθώς οι περισσότερες ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν να στείλουν πλοία στην περιοχή χωρίς προηγούμενη ιρανική έγκριση.
Όσα πλοία εξακολουθούν να περνούν χρησιμοποιούν κυρίως τον βόρειο διάδρομο που ελέγχεται από την ιρανική πλευρά.
Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων της Kpler, μόλις 13 πλοία διέσχισαν τα Στενά την Πέμπτη, έναντι περισσότερων από 130 ημερησίως πριν από τον πόλεμο.
Από τα 13 πλοία, τα εννέα χρησιμοποίησαν τη διαδρομή που βρίσκεται υπό ιρανικό έλεγχο.
Η κίνηση έχει μειωθεί περαιτέρω τον Αύγουστο σε σχέση με τον Ιούλιο, όταν περνούσαν κατά μέσο όρο περίπου 26 πλοία ημερησίως.
Οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου παραμένουν κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, καθώς ορισμένοι παραγωγοί της περιοχής έχουν καταφέρει να διοχετεύουν μέρος του αργού στις διεθνείς αγορές μέσω εναλλακτικών διαδρομών.
Ωστόσο, όσο συνεχίζονται οι διαταραχές, τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται και περιορίζεται η δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει ένα νέο ενεργειακό σοκ.
Αναλυτές της Eurasia Consulting Group εκτιμούν ότι οι υποβόσκουσες εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν σχετικά με το καθεστώς της θαλάσσιας οδού θα διατηρήσουν υψηλό τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης ή ενός νέου κλεισίματος των Στενών έως το τέλος του 2026.
Ο Donald Trump δεν θέλει επιστροφή σε πόλεμο πλήρους κλίμακας
Η Wall Street Journal εκτιμά ότι ο Donald Trump επιδιώκει πλέον να περιορίσει τις εσωτερικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στις Ηνωμένες Πολιτείες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και να αποφύγει μια νέα γενικευμένη στρατιωτική αναμέτρηση.
Στο πλαίσιο αυτό, οι συνεργάτες του φέρονται να τον έχουν πείσει να επενδύσει περισσότερο στην οικονομική πίεση, παρουσιάζοντάς του στοιχεία για τη ζημιά που έχουν ήδη προκαλέσει οι κυρώσεις στην ιρανική οικονομία.
Ο Scott Bessent άφησε παράλληλα να εννοηθεί ότι επίκειται νέα κλιμάκωση της εκστρατείας κυρώσεων, αναφέροντας ότι επιπλέον μέτρα πρόκειται να ανακοινωθούν την επόμενη εβδομάδα.
Σύμφωνα με τον Mi'ad Maleki, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος πλέον εργάζεται στο Foundation for Defense of Democracies, οι εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν έχουν μειωθεί από περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως πριν από τον αποκλεισμό του Απριλίου σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα.
Ο ίδιος υποστηρίζει επίσης ότι η Τεχεράνη αντιμετωπίζει ημερήσιο έλλειμμα περίπου 29 εκατομμυρίων λίτρων βενζίνης και ότι ο αποκλεισμός εμποδίζει το Ιράν να καλύψει αυτό το κενό μέσω εισαγωγών.
Κατά την εκτίμησή του, εάν η Ουάσιγκτον καταστήσει σαφές ότι ο αποκλεισμός δεν πρόκειται να αρθεί μέσα σε ένα χρονικό διάστημα που η Τεχεράνη μπορεί να περιμένει, η πίεση θα μπορούσε να καταστεί εξαιρετικά σοβαρή για το ιρανικό καθεστώς.
Το Ιράν περνά σε «οικονομία επιβίωσης»
Απέναντι στην αυξανόμενη πίεση, το Ιράν φαίνεται να προσαρμόζει την οικονομία του σε ένα μοντέλο «επιβίωσης», σχεδιασμένο να αντέχει παρατεταμένο αποκλεισμό και κυρώσεις.
Έχοντας πολυετή εμπειρία από διεθνείς κυρώσεις, η Τεχεράνη μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κόστους στα νοικοκυριά μέσω περιορισμών στα καύσιμα και την ηλεκτρική ενέργεια, αυστηρότερου ελέγχου στο συνάλλαγμα και περικοπών στις επενδύσεις, ενώ επιχειρεί να διαφυλάξει κρίσιμες εισαγωγές και κρατικούς πόρους.
Η Ουάσιγκτον είχε εφαρμόσει αντίστοιχη στρατηγική πίεσης και νωρίτερα στη σύγκρουση.
Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός είχε επιβληθεί λίγες ημέρες μετά την επίτευξη μιας εύθραυστης εκεχειρίας, με ορισμένους Αμερικανούς αξιωματούχους να εκτιμούν τότε ότι το Ιράν θα αναγκαζόταν μέσα σε λίγες εβδομάδες να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον.
Τελικά, τον Ιούνιο ο Donald Trump συμφώνησε σε μια διευθέτηση που οδήγησε στον τερματισμό του αποκλεισμού, με αντάλλαγμα τη δέσμευση της Τεχεράνης να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ και να διαπραγματευθεί για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, όμως, η αντιπαράθεση αναζωπυρώθηκε.
Το Ιράν, αντιδρώντας στις αμερικανικές προσπάθειες να καθοριστεί ο τρόπος διέλευσης των πλοίων από το Ορμούζ, άρχισε εκ νέου να επιτίθεται σε πλοία.
Μάχη οικονομικής αντοχής
Η σύγκρουση έχει έτσι μετατοπιστεί σε σημαντικό βαθμό από το αρχικό πυρηνικό ζήτημα σε μια ευρύτερη μάχη οικονομικής αντοχής, ελέγχου των ενεργειακών ροών και πολιτικής πίεσης.
Η Ουάσιγκτον ποντάρει ότι οι κυρώσεις και ο αποκλεισμός θα εξαντλήσουν την ιρανική οικονομία και θα οδηγήσουν την Τεχεράνη σε υποχώρηση.
Το Ιράν, αντίθετα, ποντάρει ότι ο έλεγχος του Hormuz, οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα και το αυξανόμενο κόστος για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές θα καταστήσουν την κατάσταση πολιτικά και οικονομικά δυσβάστακτη για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι επομένως πλέον όχι μόνο αν μπορεί να επιτευχθεί μια πυρηνική συμφωνία, αλλά ποια πλευρά θα αντέξει περισσότερο στην οικονομική πίεση και ποια θα αναγκαστεί πρώτη να κάνει την αποφασιστική παραχώρηση.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, συνεργάτες του Donald Trump τού έχουν παρουσιάσει στοιχεία για τις σοβαρές επιπτώσεις που έχουν ήδη προκαλέσει οι κυρώσεις στην ιρανική οικονομία, πείθοντάς τον να εντείνει την οικονομική πίεση αντί να επιστρέψει σε μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση.
Όπως μεταδίδει η ιρανική ιστοσελίδα Entekhab, υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης Trump έχουν ενισχύσει τη θέση για οικονομική πίεση προς το Ιράν, καθιστώντας παράλληλα τη μείωση των τιμών της ενέργειας έναν από τους βασικούς στόχους της αμερικανικής στρατηγικής.
Το νέο κύμα κυρώσεων
Η Ουάσιγκτον προαναγγέλλει νέες και εξαιρετικά αυστηρές χρηματοοικονομικές κυρώσεις, εκτιμώντας ότι αυτές, σε συνδυασμό με τον ναυτικό αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών, μπορούν να αναγκάσουν την Τεχεράνη να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Hormuz.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, η ιρανική πλευρά δείχνει ότι δεν προτίθεται να υποχωρήσει εύκολα.
Αξιωματούχοι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ανακοίνωσαν ότι δύο πλοία των Εμιράτων δέχθηκαν επίθεση στα Στενά του Hormuz το βράδυ της Πέμπτης (13/8).
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι επιθέσεις αποτελούν μήνυμα πως η Τεχεράνη δεν κάμπτεται από την προοπτική νέων οικονομικών κυρώσεων και είναι έτοιμη να αναλάβει στρατιωτική πρωτοβουλία, ακόμη και αν ο Donald Trump εμφανίζεται απρόθυμος να επιστρέψει σε πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος βασίζεται ολοένα περισσότερο στον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών από το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό ως εργαλείο οικονομικής πίεσης, η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει.
Η στρατηγική της Τεχεράνης είναι να διατηρήσει περιορισμένη ή κλειστή τη διέλευση από το Ηormuz, ποντάροντας στο ότι η άνοδος των ενεργειακών τιμών θα αυξήσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος για την Ουάσιγκτον.
Πρώτες θα υποχωρήσουν οι ΗΠΑ
Ο Ali Vaez, αναπληρωτής διευθυντής του προγράμματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής του International Crisis Group, σημειώνει ότι η Τεχεράνη θεωρεί πως έχει αντλήσει ένα βασικό συμπέρασμα από τις επανειλημμένες αναμετρήσεις της με την Ουάσιγκτον: εφόσον αντέξει αρκετά στην πίεση, πιστεύει ότι τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι εκείνες που θα αλλάξουν πρώτες πορεία.
Όπως επισημαίνει, για ένα πολιτικό σύστημα που θεωρεί ότι αγωνίζεται για την ίδια του την επιβίωση, οι υπαρξιακές απειλές συχνά ενισχύουν την αποφασιστικότητά του αντί να περιορίζουν την αντίσταση.

Νέες κυρώσεις και «διπλό χτύπημα»
Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι πρόκειται να επιβάλει νέους περιορισμούς στην ιρανική οικονομία τις επόμενες ημέρες.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, χαρακτήρισε τον συνδυασμό των νέων οικονομικών μέτρων και του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών ως ένα «διπλό χτύπημα» που θα μπορούσε να ασκήσει πρωτοφανή πίεση στην Τεχεράνη.
Η οικονομική αντιπαράθεση απομακρύνει πλέον ακόμη περισσότερο τις δύο πλευρές από τη διπλωματική πορεία που φάνηκε να διαμορφώνεται τον Ιούνιο.
Εκείνο το πλαίσιο προέβλεπε οικονομικά κίνητρα προς την Τεχεράνη, υπό την προϋπόθεση ότι το Ιράν θα άνοιγε ξανά τα Στενά του Hormuz και θα ξεκινούσε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Πρώτος στόχος: χαμηλότερες τιμές ενέργειας
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, J.D. Vance, περιέγραψε την Πέμπτη (13/8) τις προτεραιότητες της κυβέρνησης Trump, δηλώνοντας στο Fox News ότι η διατήρηση χαμηλών τιμών ενέργειας αποτελεί «στόχο υπ' αριθμόν ένα».
Ως δεύτερο στόχο ανέφερε τη διασφάλιση ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση μπορεί να επιτύχει και τα δύο.
Η κυβέρνηση έχει λάβει σειρά μέτρων για τη σταθεροποίηση των αγορών, ενώ παράλληλα παραμένει κορυφαία προτεραιότητα η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν.

Ξεχνά τον στόχο για τα πυρηνικά
Ο Donald Trump είχε αρχικά παρουσιάσει ως βασικό στόχο της σύγκρουσης την υποχρέωση της Τεχεράνης να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα απέκλειε οριστικά την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Καθώς όμως η σύγκρουση παρατείνεται και το Ιράν αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου των παγκόσμιων ενεργειακών ροών μέσω του Ορμούζ, οι προτεραιότητες του Λευκού Οίκου φαίνεται να μεταβάλλονται.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η κυβέρνηση έχει γίνει αισθητά πιο απαισιόδοξη ως προς την πιθανότητα επίτευξης μιας τελικής πυρηνικής συμφωνίας.
Έτσι, ο Donald Trump φαίνεται να επικεντρώνεται πλέον στη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» προς την ήδη δοκιμαζόμενη ιρανική οικονομία, με στόχο να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στον Αμερικανό πρόεδρο να παρουσιάσει την αποκλιμάκωση ως πολιτική νίκη και να επιχειρήσει να κλείσει το συγκεκριμένο μέτωπο.
Για την Τεχεράνη, αντίθετα, ο έλεγχος του Ηοrmuz αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά της χαρτιά, καθώς της επιτρέπει να απαιτεί ανταλλάγματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να κάνει άμεσες παραχωρήσεις στο κεντρικό ζήτημα του πυρηνικού της προγράμματος.
Η Τεχεράνη θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της
Ιρανοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους και έχουν αυξήσει τις απαιτήσεις τους ως αντάλλαγμα για την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ηοrmuz .
Η Τεχεράνη ζητεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες:
• να τερματίσουν τον πόλεμο,
• να άρουν τον αποκλεισμό,
• να προχωρήσουν σε ενέργειες που θα μειώσουν την πίεση των κυρώσεων,
• και να αποδεσμεύσουν παγωμένα ιρανικά κεφάλαια.
Το βασικό ερώτημα είναι πλέον ποια από τις δύο πλευρές θα λυγίσει πρώτη υπό το βάρος της οικονομικής πίεσης.
Παράλληλα, κλιμακώνεται και ο πόλεμος δηλώσεων.
Σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη, ο Donald Trump δήλωσε ότι, μόλις ολοκληρωθεί η «ήττα του Ιράν», θα μπορούσε να ανακηρύξει τα Στενά του Ορμούζ «έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου διευκρίνισε αργότερα ότι επρόκειτο για αστεϊσμό.
Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση.
Ο Ιρανός υφυπουργός Εξωτερικών Kazem Gharibabadi έγραψε στο X ότι τα Στενά του Hormuz «ήταν, είναι και θα παραμείνουν ιρανικά», υποστηρίζοντας ότι το άνοιγμα ή το κλείσιμό τους θα γίνεται υπό ιρανικό έλεγχο.
Οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι μπορούν να συνεχίσουν τον αποκλεισμό επ' αόριστον
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Pete Hegseth δήλωσε την Πέμπτη (13/8) ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τον αποκλεισμό του Ιράν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, το Πεντάγωνο προετοιμάζει την αντικατάσταση του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln στην περιοχή από το USS George Washington, καθώς αυξάνονται οι ανησυχίες για την καταπόνηση του πληρώματος και τις συνέπειες της παρατεταμένης ανάπτυξης δυνάμεων.
Το Ιράν έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα στρατιωτική ισχύ προκειμένου να εμποδίσει εμπορικά πλοία να διέλθουν από τα Στενά του Ηοrmuz .
Σύμφωνα με αναλυτές, αυτή ακριβώς η δυνατότητα στρατιωτικής κλιμάκωσης δυσχεραίνει την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να αποσπάσει παραχωρήσεις αποκλειστικά μέσω οικονομικής πίεσης.
Με τις τελευταίες επιθέσεις εναντίον πλοίων που συνδέονται με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία ADNOC των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ο αριθμός των πλοίων που έχουν στοχοποιηθεί μέσα στον Αύγουστο φέρεται να έχει φθάσει τα έξι.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο, επιχειρούν να συνεχίσουν με ιδιαίτερη προσοχή τη μεταφορά φορτίων μέσω του Ho rmuz, παρά την αυξημένη ιρανική πίεση και τον έλεγχο που ασκεί η Τεχεράνη στη θαλάσσια οδό.
Σχεδόν έχει παγώσει η κίνηση στο Ηοrmuz
Η θαλάσσια οδός παραμένει σε μεγάλο βαθμό κλειστή, καθώς οι περισσότερες ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν να στείλουν πλοία στην περιοχή χωρίς προηγούμενη ιρανική έγκριση.
Όσα πλοία εξακολουθούν να περνούν χρησιμοποιούν κυρίως τον βόρειο διάδρομο που ελέγχεται από την ιρανική πλευρά.
Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων της Kpler, μόλις 13 πλοία διέσχισαν τα Στενά την Πέμπτη, έναντι περισσότερων από 130 ημερησίως πριν από τον πόλεμο.
Από τα 13 πλοία, τα εννέα χρησιμοποίησαν τη διαδρομή που βρίσκεται υπό ιρανικό έλεγχο.
Η κίνηση έχει μειωθεί περαιτέρω τον Αύγουστο σε σχέση με τον Ιούλιο, όταν περνούσαν κατά μέσο όρο περίπου 26 πλοία ημερησίως.
Οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου παραμένουν κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, καθώς ορισμένοι παραγωγοί της περιοχής έχουν καταφέρει να διοχετεύουν μέρος του αργού στις διεθνείς αγορές μέσω εναλλακτικών διαδρομών.
Ωστόσο, όσο συνεχίζονται οι διαταραχές, τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται και περιορίζεται η δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει ένα νέο ενεργειακό σοκ.
Αναλυτές της Eurasia Consulting Group εκτιμούν ότι οι υποβόσκουσες εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν σχετικά με το καθεστώς της θαλάσσιας οδού θα διατηρήσουν υψηλό τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης ή ενός νέου κλεισίματος των Στενών έως το τέλος του 2026.
Ο Donald Trump δεν θέλει επιστροφή σε πόλεμο πλήρους κλίμακας
Η Wall Street Journal εκτιμά ότι ο Donald Trump επιδιώκει πλέον να περιορίσει τις εσωτερικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στις Ηνωμένες Πολιτείες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και να αποφύγει μια νέα γενικευμένη στρατιωτική αναμέτρηση.
Στο πλαίσιο αυτό, οι συνεργάτες του φέρονται να τον έχουν πείσει να επενδύσει περισσότερο στην οικονομική πίεση, παρουσιάζοντάς του στοιχεία για τη ζημιά που έχουν ήδη προκαλέσει οι κυρώσεις στην ιρανική οικονομία.
Ο Scott Bessent άφησε παράλληλα να εννοηθεί ότι επίκειται νέα κλιμάκωση της εκστρατείας κυρώσεων, αναφέροντας ότι επιπλέον μέτρα πρόκειται να ανακοινωθούν την επόμενη εβδομάδα.
Σύμφωνα με τον Mi'ad Maleki, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος πλέον εργάζεται στο Foundation for Defense of Democracies, οι εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν έχουν μειωθεί από περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως πριν από τον αποκλεισμό του Απριλίου σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα.
Ο ίδιος υποστηρίζει επίσης ότι η Τεχεράνη αντιμετωπίζει ημερήσιο έλλειμμα περίπου 29 εκατομμυρίων λίτρων βενζίνης και ότι ο αποκλεισμός εμποδίζει το Ιράν να καλύψει αυτό το κενό μέσω εισαγωγών.
Κατά την εκτίμησή του, εάν η Ουάσιγκτον καταστήσει σαφές ότι ο αποκλεισμός δεν πρόκειται να αρθεί μέσα σε ένα χρονικό διάστημα που η Τεχεράνη μπορεί να περιμένει, η πίεση θα μπορούσε να καταστεί εξαιρετικά σοβαρή για το ιρανικό καθεστώς.
Το Ιράν περνά σε «οικονομία επιβίωσης»
Απέναντι στην αυξανόμενη πίεση, το Ιράν φαίνεται να προσαρμόζει την οικονομία του σε ένα μοντέλο «επιβίωσης», σχεδιασμένο να αντέχει παρατεταμένο αποκλεισμό και κυρώσεις.
Έχοντας πολυετή εμπειρία από διεθνείς κυρώσεις, η Τεχεράνη μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κόστους στα νοικοκυριά μέσω περιορισμών στα καύσιμα και την ηλεκτρική ενέργεια, αυστηρότερου ελέγχου στο συνάλλαγμα και περικοπών στις επενδύσεις, ενώ επιχειρεί να διαφυλάξει κρίσιμες εισαγωγές και κρατικούς πόρους.
Η Ουάσιγκτον είχε εφαρμόσει αντίστοιχη στρατηγική πίεσης και νωρίτερα στη σύγκρουση.
Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός είχε επιβληθεί λίγες ημέρες μετά την επίτευξη μιας εύθραυστης εκεχειρίας, με ορισμένους Αμερικανούς αξιωματούχους να εκτιμούν τότε ότι το Ιράν θα αναγκαζόταν μέσα σε λίγες εβδομάδες να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον.
Τελικά, τον Ιούνιο ο Donald Trump συμφώνησε σε μια διευθέτηση που οδήγησε στον τερματισμό του αποκλεισμού, με αντάλλαγμα τη δέσμευση της Τεχεράνης να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ και να διαπραγματευθεί για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, όμως, η αντιπαράθεση αναζωπυρώθηκε.
Το Ιράν, αντιδρώντας στις αμερικανικές προσπάθειες να καθοριστεί ο τρόπος διέλευσης των πλοίων από το Ορμούζ, άρχισε εκ νέου να επιτίθεται σε πλοία.
Μάχη οικονομικής αντοχής
Η σύγκρουση έχει έτσι μετατοπιστεί σε σημαντικό βαθμό από το αρχικό πυρηνικό ζήτημα σε μια ευρύτερη μάχη οικονομικής αντοχής, ελέγχου των ενεργειακών ροών και πολιτικής πίεσης.
Η Ουάσιγκτον ποντάρει ότι οι κυρώσεις και ο αποκλεισμός θα εξαντλήσουν την ιρανική οικονομία και θα οδηγήσουν την Τεχεράνη σε υποχώρηση.
Το Ιράν, αντίθετα, ποντάρει ότι ο έλεγχος του Hormuz, οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα και το αυξανόμενο κόστος για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές θα καταστήσουν την κατάσταση πολιτικά και οικονομικά δυσβάστακτη για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι επομένως πλέον όχι μόνο αν μπορεί να επιτευχθεί μια πυρηνική συμφωνία, αλλά ποια πλευρά θα αντέξει περισσότερο στην οικονομική πίεση και ποια θα αναγκαστεί πρώτη να κάνει την αποφασιστική παραχώρηση.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών